Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων





Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί
μαραίνονται οι Βέρλεν` τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με "Τιμωρίες" την τρομερή
των Ολύμπιων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Του κόσμου η καταφρονιά στους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστη ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
"Ποιος άδοξος ποιητής" θέλω να πούνε
"την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;"


Κ. Γ. Καρυωτάκης


Ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει στην πρώτη δεκαετία του Μεσοπολέμου (1022-1930), στην οποία και παρουσιάζονται γενικότερα ποιητές με χαρακτηριστικά τον ψυχικό κάματο και τη δυσκολία προσαρμογής στην πραγματική ζωή όπως ο Ρώμος Φιλύρας (1889-1942), ο Κώστας Ουράνης (1890-1953) και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1943). Εκείνος όμως εξέφρασε καλύτερα από τον καθένα το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής που χαρακτηρίζει και τα χρόνια κατά τα οποία έζησε. Έδωσε μια μεστή αίσθηση της πραγματικότητας, η οποία θα τον οδηγήσει, ωστόσο, στο τραγικό αδιέξοδο. Η στάση του είναι αντιηρωική και εκφράζεται ως διαμαρτυρία που φτάνει στο σαρκασμό.

Το τελευταίο είναι προφανές κι από το εν λόγω ποιήμα στην ανάρτηση. Αν επέλεξα να ανεβάσω το συγκεκριμένο, όμως, δεν είναι για να εντοπίσω τα χαρακτηριστικά στοιχεία της πένας του Καρυωτάκη (αυτά θα τα "πασαλείψουν" κάποια στιγμή στο μάθημα των νεοελληνικών κειμένων όσοι είναι ακόμα στα θρανία)... Αυτό που πραγματικά μου έκανε εντύπωση είναι πως, αν και γραμμένο για να εκφράσει μια άλλη εποχή, η "μπαλάντα στους άδοξους ποιητές" εκφράζει όσο τίποτα τη γενιά μας. Γενιά που απαξιώνει σημαντικά ονόματα που προσέφεραν πολλά (όχι απαραίτητα μόνο όσων ανήκουν στο λογοτεχνικό κύκλο) κι ούτε καν τα γνωρίζει, που δε νοιάζεται ούτε αναζητά πια την ουσία των πραγμάτων, δεν προβληματίζεται, δε νιώθει, ή καλύτερα φοβάται να νιώσει. Κι όλα αυτά γιατί έχει πονέσει και πονάει, αλλά το μόνο που την απασχολεί είναι να μετριάσει τον πόνο, να βρει την άνεση, να εναπωθέσει τα προβλήματά της στις πλάτες άλλων. Αυτά τα μηνύματα δέχεται, αυτές τις εντολές εκτελεί. Γενιά που ευνοεί τις επιδερμικές σχέσεις, που ενθαρρύνει τη ρηχότητα και που βαρέθηκε πια να εμβαθύνει... Αδιαφορία. Αυτό κυριαρχεί τη ζωή μας.

Όταν, λοιπόν, ο ποιητής θρηνεί, αλήθεια πόσοι έχουν διαβάσει Μπωντλαίρ (για παράδειγμα- μιας και θίγεται στο ποιήμα), ώστε να καταλάβουν γιατί τελικά υποφέρει τόσο με την άγνοιά τους; Είναι άδικο, πολύ άδικο, το πώς άτομα πνευματικά πεθαίνουν μάταια χωρίς καμία αναγνωρισιμότητα ή πεθάναν κι έλειψαν μονάχα σε μερικούς. Αντίθετα έχουμε την ανάδειξη κι αποθέωση του κάθε τυχάρπαστου που δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο πανελλήνιο παρά μερικά τηλεοπτικά νούμερα σε κουτσομπολίστικες εκπομπές ή ριάλιτι που υποβιβάζουν την κρίση και τη νοημοσύνη μας. Είναι άδικο το πώς αγνοούμε χαρισματικές προσωπικότητες που είχαν πολλά να πουν, στιγμάτισαν ανθρώπινες ψυχές, έδωσαν την προσωπική τους μάχη, είχαν ιδανικά... τα δικά μας οράματα για τον κόσμο ποια είναι;


Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
"Ποιος άδοξος ποιητής" θέλω να πούνε
"την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;"


Αυτοσαρκάζεται στους παραπάνω στίχους, κι είναι λυπηρό το πόσο προφητική είναι η τελευταία στροφή. Γιατί αλήθεια, πόσοι είναι αυτοί που γνωρίζουν πως υπήρξε κάποιος Έλληνας ποιητής Καρυωτάκης, μα κι αν κάπου τον άκουσαν, πόσοι είναι σε θέση να εκτιμήσουν και να κατανοήσουν το έργο του;

Σ' αγαπάω... Μ'ακούς;



Σ' αγαπάω, μ'ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα "πίστεψέ με" και τα "μη."
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για 'σένα και για 'μένα.
Επειδή σ' αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για 'σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ' έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε."
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ' αγαπάω και σ' αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από 'σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από 'σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για 'σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς;
Είμ' εγώ, μ' ακούς; Σ' αγαπάω, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, που πας, μ' ακούς;
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς; για μας, μ' ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ' ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;
Σ' άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ' ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ' ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ 'ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ' ακούς;

Σ' αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ' ακούς;
Για 'σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να 'ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για 'σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για 'σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για 'σένα,
όλα για 'σένα, για 'σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να' χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ' αγαπάω... Μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς...;





Το να επισημάνω πόσο σπουδαίος ποιητής θεωρείται και είναι ο Οδυσσέας Ελύτης είναι μάλλον περιττό- ας έχουμε εξάλλου στο μυαλό μας πως το βραβείο νόμπελ δεν απονέμεται στον καθένα. Παρόλα αυτά θα ήθελα να υπογραμμίσω παραθέτοντας το συγκεκριμένο ποιήμα του πόσο εκπληκτικά απλά, ξεκάθαρα, αγνά κι ανθρώπινα αποτυπώνει το αίσθημα του έρωτα.

Πραγματικά δύσκολο να σκεφτώ κάποιον ερωτευμένο που θα διαβάσει αυτούς τους στίχους και δε θα σκεφτεί πως εκφράζουν τον ίδιο. Ο Ελύτης διατυπώνει με λιτότητα τα συναισθήματά του, κι ωστόσο η απέριττη επανάληψη της φράσης "σ' αγαπάω, μ' ακούς;" δίνει όλη την ουσία, το πόσο δυνατό είναι αυτό που νιώθει, δίνει την απελπισία- μπορεί άραγε να κατανοήσει εκείνη έστω και το ελάχιστο των όσων αισθάνεται απλά και μόνο κλείνοντας τα μάτια και προβάλλοντας στο μυαλό του την εικόνα της;
Δεν έχω να προσθέσω περαιτέρω σχόλια, καθένας μας ερμηνεύει διαφορετικά την κάθε στροφή κι αγγίζεται από διαφορετικά νοήματα, το αφήνω λοιπόν στην κρίση σας. Το μόνο που έχω να πω για να κλείσω είναι "κρίμα"! Κρίμα που δεν υπάρχουν πλέον τέτοιοι ποιητές...

Σύμπτωσις

Πολύ μου μοιάζει.
Τον συνάντησα στημένον
κάτω από ένα υπόστεγο μελαγχολίας.
Στο βλέμμα του αγωνιούσε
του κενού η αντανάκλασις.
Οι κινήσεις του
πληγωμένη απαγγελία νερού.
Η υποθετική με τράβηξεν ευρυχωρία.
Πλησίασα,
και με λόγια πολλά κι ασύνδετα
τη μοναξιά μου του εξιστόρησα.

Κική Δημουλά

Δυο μικρά ποιήματα για ένα αίνιγμα και ένα δρόμο



Ι

Για σένα στις επιθυμίες μου
λόγος δεν έγινε ποτέ.
Δεν σε προέβλεψαν ποτέ
τα όνειρά μου.
Οι προαισθήσεις μου
δε σε συνάντησαν.
Ούτε η φαντασία μου.
Κι όμως
μια ανεξακρίβωτη στιγμή
σ΄εξακριβώνω μέσα μου
ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.

ΙΙ

Πλατιά που ήταν η Σταδίου
καθώς χωρούσε
το μεσημέρι το εύχυμο
τον ανδρισμό σου,
και μένα
βαδίζοντας πλάι σου
σε απόσταση
μιας ολόκληρης θλίψης.



Κική Δημουλά