Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Στον Έναν

Αν ερχόσουν
και με τ' ακρoδάχτυλα
σιγοκατηφόριζες
τη ραχοκοκαλιά μου

Αν το ρίγος
τη μνήμη καταπόντιζε
πίσω στην άβυσσό της

Αν εκεί
διαλύοντας το έρεβος
Εσύ αναδυόσουν

Τότε η λήθη
από ένα μόνο άγγιγμα
θα 'χε για πάντα ντροπιαστεί
ενώπιον του ανθρώπου...


Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Το Άστρο Του Βορρά, σελίδα 49, εκδόσεις Πανδώρα- Σειρα: Ποίηση

Ρωγμές



Η Αριάδνη, λένε, έδωσε ένα μίτο
στο Θησέα, λίγο πριν
μπει εκείνος στο λαβύρινθο.
Και λένε ότι έτσι μπόρεσε
αφού σκότωσε ο ήρωας το Μινώταυρο
να γλιτώσει κι από τη δεύτερη απειλή,
των χαοτικών μαιάνδρων.
Στην έξοδο τον καρτερούσε,
ευτυχής, η Αριάδνη.

Τρεις χιλιετίες μετά,
σημειωθήκανε ρωγμές στις ψευδαισθήσεις-
Τόσο χρειάστηκαν οι ξυλοφάγοι του αναπόφευκτου
να διατρύσουν την ηρωική αντίσταση
του Θησέα στην τρέλα.

Στον ήρωα το μίτο έδωσε ο Μινώταυρος.
Κι ο τραγικός ημίθεος μες στο λαβύρινθο
σκότωσε την Αριάδνη- δυστυχή.
Στο τέλος των μαιάνδρων
την άλλη άκρη του νήματος τη βάσταγε το τέρας.

Η φρίκη έπρεπε να δραπετεύσει
με ασφάλεια απ' το νησί.
Αλλά την πρόδωσαν τα κέρατα:
Σταφτάλισαν από μακριά στον ήλιο,
κι ο ανέπαφος απ' τη δαιμονική γητειά
τα είδε, και εννόησε.

Εδώ η πραγματικότητα
και η κατορθωμένη αυταπάτη
έρχονται και συγκλίνουν:
Ήταν στ' αλήθεια η απόγνωση
που έδωσε όνομα στο Αιγαίο.





Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Το Άστρο Του Βορρά, σελίδα 28, εκδόσεις Πανδώρα- Σειρα: Ποίηση

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Χρόνος

Κι αν ο χρόνος κυλάει σαν το νερό
Αν είναι μια βρύση που λίγο-λίγο στάζει,
Τότε η ζωή είναι η γούρνα που γεμίζει
Και σαν ξεχειλίσει από στιγμές
Ο κύκλος της κάποιο πρωινό θα πάψει
Ο χρόνος όμως θα τρέχει, πάντα τρέχει
Δε θα στερεύει ποτέ, θα συνεχίζει αιώνια
Γεμίζοντας κι άλλες ψυχές
Προσθέτοντας σε αυτές τα χρόνια
Άλλοτε λύπη, άλλοτε χαρά
Άπιαστος, ασύλληπτος, ασταμάτητος
Κανένα φράγμα δεν τον περιορίζει
Άνθρωποι ζουν, πεθαίνουν, ξαναγεννιούνται
Μα ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει
Σ’ ένα αέναο ταξίδι δίχως προορισμό
Ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει

Τίποτα δεν κρατά για πάντα, λένε
Κι όμως κρατά!











Ηλέκτρα.

Μια μπαλάντα για τον Πόε...




Μια ζωή στην κραιπάλη που έσβησε
Ενός άνδρα που δύσκολα έζησε
Μα λυτρώθηκε από το θάνατο

Το πορτρέτο ενός βαρόνου που ξέπεσε
Η εικόνα ενός ανθρώπου που ξεθώριασε
Κι όμως, τα’ όνομά σου αθάνατο

Η δουλειά σου μια απόρροια από τον πόνο
Ένα έργο εμπνευσμένο από φόνο
Από θλίψη, από πάθος και ζάλη

Επιβίωση βασισμένη στην ποίηση
Της ζωής η τελειότερη μίμηση
Μα τις πίκρες της μόνο προβάλλει

Καταραμένος, λένε, ήσουν
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!

Κάποιοι λένε ήταν επιλογή σου
Το σκοτάδι, η θεμιτή φυλακή σου
Όπου μόνος σου αυτοεξοριζόσουν

Και το χάος, λέν’ αποζητούσες
Την οδύνη κρυφά λαχταρούσες
Κι απ’ την απελπισία στο βάθος χαιρόσουν

Μα τα βράδια σαν Πόε διαβάζω
Δε μπορώ παρά ν’ ανατριχιάζω
Και μια σκέψη περνάει τολμηρή

Την παράνοια ποιος μπορεί να ορίσει;
Αν δεν το ‘χε ο ίδιος γνωρίσει
Τα’ αντίθετό της ποιος ξέρει να πει;

Την αλήθεια πώς κάποιος να μάθει
Αν δεν έχει ενδώσει σε πάθη
Αν δε δει την ασχήμια γυμνή;

Καταραμένος, λένε, θα ‘σαι
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!


Κι όσο σκέφτομαι, αυτό συμπεραίνω
Τον ποιητή πως τον καταλαβαίνω
Στο σκοτάδι του βλέπω το φως

Μέσα απ’ τ’ άμορφο νιώθω το ωραίο
Μέσα από το τυχαίο το μοιραίο
Την ουσία που κρύβει ο Θεός

Χρειάζεται τρέλα για να κατανοήσεις την τρέλα του κόσμου
Και ξάφνου όλα αποκαλύπτονται εμπρός μου
Ο ποιητής πρέπει να ‘ναι λιγάκι τρελός

Καταραμένος, λένε, είσαι
Καταραμένη είμαι κι εγώ!





Ηλέκτρα.



Απόσπασμα από τις "Τέσσερις Εποχές"


Σαν το γκρίζο φθινόπωρο ρίχνεις φύλλα τα δάκρυα
Και τη μαγεία της μελαγχολίας αντανακλάς στο βλέμμα
Θλίβεσαι για τον κόσμο και στον εαυτό σου κλείνεσαι
Και στον τοίχο μηνύματα γράφεις με αίμα

Ύστερα γίνεσαι μαύρος χειμώνας και στο απόλυτος πένθος τυλίγεσαι
Σα νιφάδες χιονιού η καρδιά σου ψυχρή και σαν πάγος σκληρή, συμπαγής
Έτσι έμαθες από τον κόσμο να αμύνεσαι
Δε θα πληγωθείς ποτέ, λες, αν αγάπη δε νιώθεις κι έτσι μένεις για πάντα ασφαλής

Μα ο ήλιος θα λιώσει τον πάγο και κάποιο καταπιεσμένο όνειρο σε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας θα δραπετεύσει
Στην καρδιά σου μια σκέψη σαν άνθος βαθιά θα ριζώσει
Κι όπως όλη η πλάση γιορτάζει κι εσύ συμμετέχεις
Όλα φωτεινά και πρόσχαρα μοιάζουν σαν ο έρωτας σε ανταμώσει

Κι έτσι θέρος και έρως μαζί σε μεταμορφώσαν
Κι εσύ έλαμψες σαν άστρο του αυγουστιάτικου ουρανού
Μία νέα οπτική στη ζωή διαμορφώσαν
Έλα, πάρε με, μου’πες, να πάμε γι’ άλλού!
Ηλέκτρα.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Winter (lyrics)



Snow can wait
I forgot my mittens
Wipe my nose
Get my new boots on

I get a little warm in my heart
When I think of winter
I put my hand in my father's glove

I run off
Where the drifts get deeper
Sleeping beauty trips me with a frown
I hear a voice
"Your must learn to stand up for yourself
Cause I can't always be around"

He says
When you gonna make up your mind?
When you gonna love you as much as I do?
When you gonna make up your mind?
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change... my dear


Boys get discovered as winter melts
Flowers competing for the sun
Years go by and I'm here still waiting
Withering, where some snowman was
Mirror-mirror, where's the crystal palace?
But I only can see myself
Skating around the truth who I am
But I know, dad, the ice is getting thin

When you gonna make up your mind?
When you gonna love you as much as I do?
When you gonna make up your mind?
Cause things are gonna change so fast
All the white horses are still in bed
I tell you that I'll always want you near
You say that things change... my dear


Hair is grey
And the fires are burning
So many dreams
On the shelf
You say I wanted you to be proud of me
I always wanted that myself...

When you gonna make up your mind?
When you gonna love you as much as I do?
When you gonna make up your mind?
Cause things are gonna change so fast
All the white horses have gone ahead
I tell you that I'll always want you near
You say that things change... my dear
And never change...
All the white horses...
~Tori Amos~


Για όσους ενδιαφέρονται να βρουν τις νότες στο πιάνο: http://www.alcibiade.org/wp-content/uploads/2007/10/winter.png


.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Και πάλι για τη βροχή...


Ένας επίμονος χτύπος πάνω στο παντζούρι με ξύπνησε απ’το λήθαργο
Μα σαν τα παραθυρόφυλλα άνοιξα δε μπήκε μέσα ο ήλιος
Παράξενο μου φάνηκε μια μέρα του Αυγούστου σαν κι αυτή
Σαν είδα τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν
Άτακτες κι ορμητικές σα να βιάζονταν να ανταμώσουν το διψασμένο χώμα
Το οποίο με λαχτάρα τις απορρόφησε σβήνοντας τη φλόγα στην ξεραμένη γη

Και οι ψιχάλες πλήθυναν και κάλεσαν κι άλλες σιμά τους για να στήσουν το χορό
Με τις γυναίκες στο Ζάλογκο καθώς έμοιαζαν πέφτοντας
Κι ήταν λες κι οι ουρανοί ανοίξαν διάπλατα για να απελευθερώσουν τις πίκρες των αγγέλων που χρόνια συγκρατούσαν μέχρι που δεν άντεξαν άλλο κι έσπασαν
Σε δάκρυα για τα βάσανα των θνητών εκεί κάτω, τον πόνο τον ανθρώπινο που πάντα αφήνει ανοιχτές πληγές, ξέσπασαν
Και χαιρετώντας τον κόσμο χάθηκαν για πάντα


Ηλέκτρα.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Έντγκαρ Άλλαν Πόε


Ήθελα από καιρό να αναρτήσω κάτι σχετικό με το μεγάλο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, κάτι σα μικρό αφιέρωμα, και περίμενα υπομονετικά την πρώτη Ιανουαρίου για να το συντάξω, έτσι ώστε να εγκαινιάσει τη νέα χρονιά. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, ωστόσο, καθώς εκείνες τις μέρες μόνο χρόνος δεν υπήρχε (βόλτες, τραπέζια, καταλαβαίνετε) και τελικά με πρόλαβε και μια άλλη ανάρτηση. "Κάλλιο αργά παρά ποτέ", λέει ο σοφός λαός όμως, οπότε έστω και καθυστερημένα θα σας ευχηθώ "Καλή χρονιά, κι ευτυχισμένο το 2010" και θα ξεκινήσω.


"Για μένα η ποίηση δεν ήταν ένας σκοπός, αλλά ένα πάθος και τα πάθη θα 'πρεπε να 'ναι σεβαστά."


Πράγματι, όπως και μόνος του είχε προλογίσει μια από τις εκδόσεις ποιημάτων του, η ποίηση για τον Έντγκαρ (ή Έδγαρ) φαίνεται να ήταν ένα πάθος. Κι όπως φάνηκε από τη ζωή του ο ποιητής και συγγραφέας Πόε ενέδιδε στα πάθη του, εξ' αιτίας των οποίων και τελικά οδηγήθηκε σε ηλικία 40 ετών στο θάνατο (7 Οκτωβρίου, 1849) που τόσο έδειχνε να φοβάται. Αν και το τελευταίο αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα χωρίς οριστική θέση, καθώς ποτέ δεν υπήρξε πιστοποιητικό θανάτου, ο Δρ. J. E. Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε κι ήταν δίπλα του στις τελευταίες μέρες της ζωής του, επιβεβαίωνε πως, αντίθετα με τη θέση του Δρ. John Moran περί χρήσης κάποιου είδους τοξικών ουσιών, το πραγματικό αίτιο θανάτου ήταν ο αλκοολισμός. Γιατί είναι γεγονός ότι ο γεννηθείς στη Βοστόνη το 1809, Έντγκαρ, ήταν επιρρεπής στα ποτά και στις ασυδοσίες- πολλές φορές μάλιστα χρειάστηκε να τον μεταφέρουν αναίσθητο, ενώ στη Φιλαδέλφεια είχε υποστεί τρομώδες παραλήρημα (delirium tremens).

Το σίγουρο είναι πως δεν έζησε ευτυχισμένος. Σε ηλικία μόλις δύο ετών, στις 8 Δεκεμβρίου του 1811, ο Πόε έχασε τη μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, ενώ ανείπωτη φτώχεια τον μάστιζε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Από το οικονομικό αδιέξοδο προσπάθησε να βγει στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις- ο πατέρας του, Ντέηβιντ, τους είχε εγκαταλείψει τέσσερις μήνες πριν το θάνατο της μητέρας του και είχε έρθει σε ρήξη με τον Άλλαν, το θετό πατέρα του. Έτσι άρχισε να γράφει. Ένα του διήγημα βραβεύτηκε με 50 δολάρια, αλλά όπως είναι γνωστό η ποίηση κι η συγγραφή δεν έθρεψαν ποτέ κανέναν χαρισματικό άνθρωπο. Έτσι χρειάστηκε να υποφέρει μόνος του μερικά αρκετά δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πένα του.

Παρά τις αναποδιές που τον είχαν βρει από νεαρή ηλικία, ωστόσο, θα λέγαμε πως ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε μόνος του δημιουργούσε τη δυστυχία του, κι είχε μια τάση προς την αυτοκαταστροφή, η οποία και αντικατοπτρίζεται στα ποιήματά του και τα πεζά. Μερικοί υποστηρίζουν πως αυτή, καθώς κι οι ιδέες μιας μορφής μαζοχισμού και παθητικού σαδισμού, καθώς και αυτοτυραννισμού αποτελούσαν και την πηγή έμπνευσής του. Οι ίδιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να τον κατηγορούν, όπως πχ ο αιδ. Γ. Γκίφιλλαν, πως επιτάχυνε το θάνατο της συζύγου του, Λεονόρ, από τη θλίψη του οποίου τελικά εμπνεύστηκε το διάσημο ποίημα του, Τhe Raven (Το Κοράκι), με την επωδό "nevermore" ("ποτέ πια"). Γενικότερα, όπως φαίνεται από το έργο του, η στάση του προς την αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι απαισιόδοξη, παράλληλα όμως δείχνει να ηδονίζεται με την απελπισία που υπάρχει γύρω του κλεισμένος στον εγωκεντρισμό του. Γιατί ο Πόε αγνοεί ολότελα τον άνθρωπο. Περιγράφει τα πράγματα υποκειμενικά, όπως τα βλέπει από τη δική του οπτική γωνία. Ο ίδιος, παρόλα αυτά, θα λέγαμε πως ζούσε στο "δικό του μακάβριο κόσμο", εξορισμένος στη μοναξιά και την απομόνωση, όπου τον στοιχειώνουν τα δικά του, προσωπικά φαντάσματα, ανατριχιαστικοί, σκοτεινοί ήχοι κι οπτασίες που κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται.

"Μου φαίνεται συχνά πως άκουγα καθαρά τον ήχο του σκοταδιού, καθώς δρασκελούσε τον ορίζοντα."



Ο Πόε, αν και συνοδευόμενος από μια εξαιρετική ιδιοφυΐα, είναι σίγουρο πως είχε κατορθώσει να αγγίξει τα όρια της τρέλας. Τελευταία γεννιέται το ερώτημα: είναι η ποίηση του Πόε ξεπερασμένη; Κάποιοι ίσως βιαστούν να αποκριθούν "ναι" παρά τη συμβολή του στο Παλάτι της Τέχνης, όπως χαρακτηρίζει ο Κοσμάς Πολίτης το χώρο των ποιητών και συγγραφέων. Κάποιοι πάλι θα διαφωνήσουν κάθετα και θα προσθέσουν πως τα έργα του Πόε μεταφράστηκαν σχεδόν σε όλες τις γλώσσες (πιο περίφημη μετάφραση μάλιστα αυτή του ποιητή Μπωντλαίρ, του οποίου αναγνωρίζουν και πνευματικές συγγένειες με τον Πόε) για κάποιο λόγο. Κάποιους τους επηρέασε.

Τόσην ώρα παραθέτω πληροφορίες που συνέλεξα από διαφορετικές πηγές και πουθενά δε διαφαίνεται η προσωπική μου γνώμη. Συνεπώς, πριν κλείσω αυτό το άρθρο, να τι πιστεύω εγώ σχετικά με αυτό το τελευταίο ερώτημα: ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ δε θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε έναν τέτοιο κορυφαίο ποιητή και συγγραφέα. Δε θα έπρεπε να μας απασχολεί ή να εστιάζουμε τόσο στο αν υπήρξε τρελός, αν θα έπρεπε να αλλάξει τόσες γυναίκες ή αν θα πρέπει να τον κρίνουμε που κατέστρεψε από επιλογή τη ζωή του, αλλά στο ίδιο του το έργο. Η πλειοψηφία μπορεί να το βρει μακάβριο- είναι ωμός ως προς την αντίληψη του για τη φύση του ανθρώπου (κάτι που φαίνεται και στο ποίημα του The Conqueror Worm -Το Κυρίαρχο Σκουλήκι) και η αλήθεια ενοχλεί τους περισσότερους. Κάποιες φορές είναι υπερβολικός, μιλάει σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα για το θάνατο κι απορρίπτει οτιδήποτε άλλο ευχάριστο σα να μαρτυρεί με απογοήτευση πως η ζωή στέκεται -πάντα- άδικη και καταδικάζει σε πόνο. Με λίγα λόγια παρουσιάζει μόνο τη μία της όψη, τη σκληρή, παρόλο που σε ποίημα του πάλι ομολογεί πως υπάρχει και μια άλλη ("But this is a world of sweets and sours")την οποία όμως δε θίγει άμεσα ποτέ. Από μία άποψη, γιατί κάποιος να θέλει να διαβάσει Πόε εφόσον δεν πάσχει από κατάθλιψη και ψυχολογικά προβλήματα; Όμως στην πραγματικότητα αν κρατήσουμε στα χέρια μας κάποιο ποίημα ή διήγημά του ξεχνώντας ποιος και γιατί μπορεί να το 'γραψε, διώχνοντας από το μυαλό μας πως ο δημιουργός μπορεί να ήταν απλά κάποιος που στα τελευταία χρόνια που του είχαν απομείνει είχε "χάσει τα λογικά του", θα δούμε ότι εξετάζοντας κάθε στίχο ο "φανταστικός κόσμος" στον οποίον είχε αυτοεξοριστεί, είναι οι φόβοι που βιώνουμε καθημερινά στη δική μας πολύ αληθινή πραγματικότητα! Αν κι ο Πόε ήταν κάποιος που έγραφε αποκλειστικά για να ικανοποιήσει μια προσωπική ανάγκη και θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του και μόνο, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πως δίνει νόημα σε μια γενικότερη φωνή, τη φωνή του μέσου ανθρώπου που εγκλωβίζεται από τις πιέσεις και τα μυστήρια που του επιφυλάσσει η μοίρα μέσα σε μια δική του, πλαστή καθημερινότητα, υποκινούμενος από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και με το διαρκή φόβο που του καλλιεργεί η κοινωνία. Γιατί πρέπει πάντα να προσποιούμαστε πως είμαστε χαρούμενοι, όταν η ζωή δεν είναι μόνο χαρές, γιατί θα πρέπει να καταφύγουμε σε έναν εφησυχαστικό στίχο για να ανακαλύψουμε τη μαγεία της ποίησης;

"Over the violets there that lie
in myriad types of the human eye-
Over the lilies there that wave
And weep above a nameless grave!
They wave: -from out their fragrant tops
Eternal dews come down in drops.
They weep: - from off their delicate stems
Perennial tears descend in gems."

"An angel throng, bewinged, bedight
in veils and drowned in tears
Sit in a theatre to see
a play of hopes and fears
While the orchestra breathes fitfully
the music of the spheres"



Θα μπορούσα να συμπληρώσω πολλούς ακόμα παρόμοιους στίχους με περιεχόμενο κάθε άλλο παρά χαρούμενο, αλλά κατά πόσο άτοπο; Κοιτάζοντας γύρω μου τους ανθρώπους και κάθε άλλο πλάσμα πίσω από τα μάτια του οποίου υπάρχει το φως της ζωής και δεν είμαι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Μπορώ να είμαι μόνο αντικειμενική και να διακρίνω τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της χαράς και της λύπης στη ζυγαριά της ζωής που άλλοτε γέρνει από τη μία, άλλοτε από την άλλη πλευρά. Ο Πόε μάλλον αντιλαμβανόταν μόνο τη μία πλευρά, όμως όταν την αποδίδει τόσο μοναδικά, με τόση ακρίβεια, δε μπορούμε ποτέ να πούμε πως είναι ξεπερασμένος. Κι αυτό γιατί δίνει ένα μέρος της αλήθειας που καλώς ή κακώς μας ακολουθεί στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων και θα συνεχίσει να ακολουθεί το ανθρώπινο γένος σα σκιά μέχρι το τέλος. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει λέγοντας πως εκθειάζω τα λόγια κάποιου "τρελού", αλλά στην τελική, όπως έγραψε κι ο Πάολο Κοέλο, μήπως όλοι δεν είμαστε λίγο τρελοί κατά βάθος;

Τα πάθη της βροχής


Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρούν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη κι εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λείπει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονόλεκτη,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μορφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
που με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τα’ άλλα να’ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.


Κική Δημουλά