Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Και πάλι για τη βροχή...


Ένας επίμονος χτύπος πάνω στο παντζούρι με ξύπνησε απ’το λήθαργο
Μα σαν τα παραθυρόφυλλα άνοιξα δε μπήκε μέσα ο ήλιος
Παράξενο μου φάνηκε μια μέρα του Αυγούστου σαν κι αυτή
Σαν είδα τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν
Άτακτες κι ορμητικές σα να βιάζονταν να ανταμώσουν το διψασμένο χώμα
Το οποίο με λαχτάρα τις απορρόφησε σβήνοντας τη φλόγα στην ξεραμένη γη

Και οι ψιχάλες πλήθυναν και κάλεσαν κι άλλες σιμά τους για να στήσουν το χορό
Με τις γυναίκες στο Ζάλογκο καθώς έμοιαζαν πέφτοντας
Κι ήταν λες κι οι ουρανοί ανοίξαν διάπλατα για να απελευθερώσουν τις πίκρες των αγγέλων που χρόνια συγκρατούσαν μέχρι που δεν άντεξαν άλλο κι έσπασαν
Σε δάκρυα για τα βάσανα των θνητών εκεί κάτω, τον πόνο τον ανθρώπινο που πάντα αφήνει ανοιχτές πληγές, ξέσπασαν
Και χαιρετώντας τον κόσμο χάθηκαν για πάντα


Ηλέκτρα.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Έντγκαρ Άλλαν Πόε


Ήθελα από καιρό να αναρτήσω κάτι σχετικό με το μεγάλο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, κάτι σα μικρό αφιέρωμα, και περίμενα υπομονετικά την πρώτη Ιανουαρίου για να το συντάξω, έτσι ώστε να εγκαινιάσει τη νέα χρονιά. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, ωστόσο, καθώς εκείνες τις μέρες μόνο χρόνος δεν υπήρχε (βόλτες, τραπέζια, καταλαβαίνετε) και τελικά με πρόλαβε και μια άλλη ανάρτηση. "Κάλλιο αργά παρά ποτέ", λέει ο σοφός λαός όμως, οπότε έστω και καθυστερημένα θα σας ευχηθώ "Καλή χρονιά, κι ευτυχισμένο το 2010" και θα ξεκινήσω.


"Για μένα η ποίηση δεν ήταν ένας σκοπός, αλλά ένα πάθος και τα πάθη θα 'πρεπε να 'ναι σεβαστά."


Πράγματι, όπως και μόνος του είχε προλογίσει μια από τις εκδόσεις ποιημάτων του, η ποίηση για τον Έντγκαρ (ή Έδγαρ) φαίνεται να ήταν ένα πάθος. Κι όπως φάνηκε από τη ζωή του ο ποιητής και συγγραφέας Πόε ενέδιδε στα πάθη του, εξ' αιτίας των οποίων και τελικά οδηγήθηκε σε ηλικία 40 ετών στο θάνατο (7 Οκτωβρίου, 1849) που τόσο έδειχνε να φοβάται. Αν και το τελευταίο αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα χωρίς οριστική θέση, καθώς ποτέ δεν υπήρξε πιστοποιητικό θανάτου, ο Δρ. J. E. Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε κι ήταν δίπλα του στις τελευταίες μέρες της ζωής του, επιβεβαίωνε πως, αντίθετα με τη θέση του Δρ. John Moran περί χρήσης κάποιου είδους τοξικών ουσιών, το πραγματικό αίτιο θανάτου ήταν ο αλκοολισμός. Γιατί είναι γεγονός ότι ο γεννηθείς στη Βοστόνη το 1809, Έντγκαρ, ήταν επιρρεπής στα ποτά και στις ασυδοσίες- πολλές φορές μάλιστα χρειάστηκε να τον μεταφέρουν αναίσθητο, ενώ στη Φιλαδέλφεια είχε υποστεί τρομώδες παραλήρημα (delirium tremens).

Το σίγουρο είναι πως δεν έζησε ευτυχισμένος. Σε ηλικία μόλις δύο ετών, στις 8 Δεκεμβρίου του 1811, ο Πόε έχασε τη μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, ενώ ανείπωτη φτώχεια τον μάστιζε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Από το οικονομικό αδιέξοδο προσπάθησε να βγει στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις- ο πατέρας του, Ντέηβιντ, τους είχε εγκαταλείψει τέσσερις μήνες πριν το θάνατο της μητέρας του και είχε έρθει σε ρήξη με τον Άλλαν, το θετό πατέρα του. Έτσι άρχισε να γράφει. Ένα του διήγημα βραβεύτηκε με 50 δολάρια, αλλά όπως είναι γνωστό η ποίηση κι η συγγραφή δεν έθρεψαν ποτέ κανέναν χαρισματικό άνθρωπο. Έτσι χρειάστηκε να υποφέρει μόνος του μερικά αρκετά δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πένα του.

Παρά τις αναποδιές που τον είχαν βρει από νεαρή ηλικία, ωστόσο, θα λέγαμε πως ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε μόνος του δημιουργούσε τη δυστυχία του, κι είχε μια τάση προς την αυτοκαταστροφή, η οποία και αντικατοπτρίζεται στα ποιήματά του και τα πεζά. Μερικοί υποστηρίζουν πως αυτή, καθώς κι οι ιδέες μιας μορφής μαζοχισμού και παθητικού σαδισμού, καθώς και αυτοτυραννισμού αποτελούσαν και την πηγή έμπνευσής του. Οι ίδιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να τον κατηγορούν, όπως πχ ο αιδ. Γ. Γκίφιλλαν, πως επιτάχυνε το θάνατο της συζύγου του, Λεονόρ, από τη θλίψη του οποίου τελικά εμπνεύστηκε το διάσημο ποίημα του, Τhe Raven (Το Κοράκι), με την επωδό "nevermore" ("ποτέ πια"). Γενικότερα, όπως φαίνεται από το έργο του, η στάση του προς την αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι απαισιόδοξη, παράλληλα όμως δείχνει να ηδονίζεται με την απελπισία που υπάρχει γύρω του κλεισμένος στον εγωκεντρισμό του. Γιατί ο Πόε αγνοεί ολότελα τον άνθρωπο. Περιγράφει τα πράγματα υποκειμενικά, όπως τα βλέπει από τη δική του οπτική γωνία. Ο ίδιος, παρόλα αυτά, θα λέγαμε πως ζούσε στο "δικό του μακάβριο κόσμο", εξορισμένος στη μοναξιά και την απομόνωση, όπου τον στοιχειώνουν τα δικά του, προσωπικά φαντάσματα, ανατριχιαστικοί, σκοτεινοί ήχοι κι οπτασίες που κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται.

"Μου φαίνεται συχνά πως άκουγα καθαρά τον ήχο του σκοταδιού, καθώς δρασκελούσε τον ορίζοντα."



Ο Πόε, αν και συνοδευόμενος από μια εξαιρετική ιδιοφυΐα, είναι σίγουρο πως είχε κατορθώσει να αγγίξει τα όρια της τρέλας. Τελευταία γεννιέται το ερώτημα: είναι η ποίηση του Πόε ξεπερασμένη; Κάποιοι ίσως βιαστούν να αποκριθούν "ναι" παρά τη συμβολή του στο Παλάτι της Τέχνης, όπως χαρακτηρίζει ο Κοσμάς Πολίτης το χώρο των ποιητών και συγγραφέων. Κάποιοι πάλι θα διαφωνήσουν κάθετα και θα προσθέσουν πως τα έργα του Πόε μεταφράστηκαν σχεδόν σε όλες τις γλώσσες (πιο περίφημη μετάφραση μάλιστα αυτή του ποιητή Μπωντλαίρ, του οποίου αναγνωρίζουν και πνευματικές συγγένειες με τον Πόε) για κάποιο λόγο. Κάποιους τους επηρέασε.

Τόσην ώρα παραθέτω πληροφορίες που συνέλεξα από διαφορετικές πηγές και πουθενά δε διαφαίνεται η προσωπική μου γνώμη. Συνεπώς, πριν κλείσω αυτό το άρθρο, να τι πιστεύω εγώ σχετικά με αυτό το τελευταίο ερώτημα: ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ δε θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε έναν τέτοιο κορυφαίο ποιητή και συγγραφέα. Δε θα έπρεπε να μας απασχολεί ή να εστιάζουμε τόσο στο αν υπήρξε τρελός, αν θα έπρεπε να αλλάξει τόσες γυναίκες ή αν θα πρέπει να τον κρίνουμε που κατέστρεψε από επιλογή τη ζωή του, αλλά στο ίδιο του το έργο. Η πλειοψηφία μπορεί να το βρει μακάβριο- είναι ωμός ως προς την αντίληψη του για τη φύση του ανθρώπου (κάτι που φαίνεται και στο ποίημα του The Conqueror Worm -Το Κυρίαρχο Σκουλήκι) και η αλήθεια ενοχλεί τους περισσότερους. Κάποιες φορές είναι υπερβολικός, μιλάει σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα για το θάνατο κι απορρίπτει οτιδήποτε άλλο ευχάριστο σα να μαρτυρεί με απογοήτευση πως η ζωή στέκεται -πάντα- άδικη και καταδικάζει σε πόνο. Με λίγα λόγια παρουσιάζει μόνο τη μία της όψη, τη σκληρή, παρόλο που σε ποίημα του πάλι ομολογεί πως υπάρχει και μια άλλη ("But this is a world of sweets and sours")την οποία όμως δε θίγει άμεσα ποτέ. Από μία άποψη, γιατί κάποιος να θέλει να διαβάσει Πόε εφόσον δεν πάσχει από κατάθλιψη και ψυχολογικά προβλήματα; Όμως στην πραγματικότητα αν κρατήσουμε στα χέρια μας κάποιο ποίημα ή διήγημά του ξεχνώντας ποιος και γιατί μπορεί να το 'γραψε, διώχνοντας από το μυαλό μας πως ο δημιουργός μπορεί να ήταν απλά κάποιος που στα τελευταία χρόνια που του είχαν απομείνει είχε "χάσει τα λογικά του", θα δούμε ότι εξετάζοντας κάθε στίχο ο "φανταστικός κόσμος" στον οποίον είχε αυτοεξοριστεί, είναι οι φόβοι που βιώνουμε καθημερινά στη δική μας πολύ αληθινή πραγματικότητα! Αν κι ο Πόε ήταν κάποιος που έγραφε αποκλειστικά για να ικανοποιήσει μια προσωπική ανάγκη και θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του και μόνο, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πως δίνει νόημα σε μια γενικότερη φωνή, τη φωνή του μέσου ανθρώπου που εγκλωβίζεται από τις πιέσεις και τα μυστήρια που του επιφυλάσσει η μοίρα μέσα σε μια δική του, πλαστή καθημερινότητα, υποκινούμενος από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και με το διαρκή φόβο που του καλλιεργεί η κοινωνία. Γιατί πρέπει πάντα να προσποιούμαστε πως είμαστε χαρούμενοι, όταν η ζωή δεν είναι μόνο χαρές, γιατί θα πρέπει να καταφύγουμε σε έναν εφησυχαστικό στίχο για να ανακαλύψουμε τη μαγεία της ποίησης;

"Over the violets there that lie
in myriad types of the human eye-
Over the lilies there that wave
And weep above a nameless grave!
They wave: -from out their fragrant tops
Eternal dews come down in drops.
They weep: - from off their delicate stems
Perennial tears descend in gems."

"An angel throng, bewinged, bedight
in veils and drowned in tears
Sit in a theatre to see
a play of hopes and fears
While the orchestra breathes fitfully
the music of the spheres"



Θα μπορούσα να συμπληρώσω πολλούς ακόμα παρόμοιους στίχους με περιεχόμενο κάθε άλλο παρά χαρούμενο, αλλά κατά πόσο άτοπο; Κοιτάζοντας γύρω μου τους ανθρώπους και κάθε άλλο πλάσμα πίσω από τα μάτια του οποίου υπάρχει το φως της ζωής και δεν είμαι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Μπορώ να είμαι μόνο αντικειμενική και να διακρίνω τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της χαράς και της λύπης στη ζυγαριά της ζωής που άλλοτε γέρνει από τη μία, άλλοτε από την άλλη πλευρά. Ο Πόε μάλλον αντιλαμβανόταν μόνο τη μία πλευρά, όμως όταν την αποδίδει τόσο μοναδικά, με τόση ακρίβεια, δε μπορούμε ποτέ να πούμε πως είναι ξεπερασμένος. Κι αυτό γιατί δίνει ένα μέρος της αλήθειας που καλώς ή κακώς μας ακολουθεί στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων και θα συνεχίσει να ακολουθεί το ανθρώπινο γένος σα σκιά μέχρι το τέλος. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει λέγοντας πως εκθειάζω τα λόγια κάποιου "τρελού", αλλά στην τελική, όπως έγραψε κι ο Πάολο Κοέλο, μήπως όλοι δεν είμαστε λίγο τρελοί κατά βάθος;

Τα πάθη της βροχής


Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρούν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη κι εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λείπει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονόλεκτη,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μορφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
που με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τα’ άλλα να’ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.


Κική Δημουλά