Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Χρόνος

Κι αν ο χρόνος κυλάει σαν το νερό
Αν είναι μια βρύση που λίγο-λίγο στάζει,
Τότε η ζωή είναι η γούρνα που γεμίζει
Και σαν ξεχειλίσει από στιγμές
Ο κύκλος της κάποιο πρωινό θα πάψει
Ο χρόνος όμως θα τρέχει, πάντα τρέχει
Δε θα στερεύει ποτέ, θα συνεχίζει αιώνια
Γεμίζοντας κι άλλες ψυχές
Προσθέτοντας σε αυτές τα χρόνια
Άλλοτε λύπη, άλλοτε χαρά
Άπιαστος, ασύλληπτος, ασταμάτητος
Κανένα φράγμα δεν τον περιορίζει
Άνθρωποι ζουν, πεθαίνουν, ξαναγεννιούνται
Μα ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει
Σ’ ένα αέναο ταξίδι δίχως προορισμό
Ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει

Τίποτα δεν κρατά για πάντα, λένε
Κι όμως κρατά!











Ηλέκτρα.

Μια μπαλάντα για τον Πόε...




Μια ζωή στην κραιπάλη που έσβησε
Ενός άνδρα που δύσκολα έζησε
Μα λυτρώθηκε από το θάνατο

Το πορτρέτο ενός βαρόνου που ξέπεσε
Η εικόνα ενός ανθρώπου που ξεθώριασε
Κι όμως, τα’ όνομά σου αθάνατο

Η δουλειά σου μια απόρροια από τον πόνο
Ένα έργο εμπνευσμένο από φόνο
Από θλίψη, από πάθος και ζάλη

Επιβίωση βασισμένη στην ποίηση
Της ζωής η τελειότερη μίμηση
Μα τις πίκρες της μόνο προβάλλει

Καταραμένος, λένε, ήσουν
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!

Κάποιοι λένε ήταν επιλογή σου
Το σκοτάδι, η θεμιτή φυλακή σου
Όπου μόνος σου αυτοεξοριζόσουν

Και το χάος, λέν’ αποζητούσες
Την οδύνη κρυφά λαχταρούσες
Κι απ’ την απελπισία στο βάθος χαιρόσουν

Μα τα βράδια σαν Πόε διαβάζω
Δε μπορώ παρά ν’ ανατριχιάζω
Και μια σκέψη περνάει τολμηρή

Την παράνοια ποιος μπορεί να ορίσει;
Αν δεν το ‘χε ο ίδιος γνωρίσει
Τα’ αντίθετό της ποιος ξέρει να πει;

Την αλήθεια πώς κάποιος να μάθει
Αν δεν έχει ενδώσει σε πάθη
Αν δε δει την ασχήμια γυμνή;

Καταραμένος, λένε, θα ‘σαι
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!


Κι όσο σκέφτομαι, αυτό συμπεραίνω
Τον ποιητή πως τον καταλαβαίνω
Στο σκοτάδι του βλέπω το φως

Μέσα απ’ τ’ άμορφο νιώθω το ωραίο
Μέσα από το τυχαίο το μοιραίο
Την ουσία που κρύβει ο Θεός

Χρειάζεται τρέλα για να κατανοήσεις την τρέλα του κόσμου
Και ξάφνου όλα αποκαλύπτονται εμπρός μου
Ο ποιητής πρέπει να ‘ναι λιγάκι τρελός

Καταραμένος, λένε, είσαι
Καταραμένη είμαι κι εγώ!





Ηλέκτρα.



Απόσπασμα από τις "Τέσσερις Εποχές"


Σαν το γκρίζο φθινόπωρο ρίχνεις φύλλα τα δάκρυα
Και τη μαγεία της μελαγχολίας αντανακλάς στο βλέμμα
Θλίβεσαι για τον κόσμο και στον εαυτό σου κλείνεσαι
Και στον τοίχο μηνύματα γράφεις με αίμα

Ύστερα γίνεσαι μαύρος χειμώνας και στο απόλυτος πένθος τυλίγεσαι
Σα νιφάδες χιονιού η καρδιά σου ψυχρή και σαν πάγος σκληρή, συμπαγής
Έτσι έμαθες από τον κόσμο να αμύνεσαι
Δε θα πληγωθείς ποτέ, λες, αν αγάπη δε νιώθεις κι έτσι μένεις για πάντα ασφαλής

Μα ο ήλιος θα λιώσει τον πάγο και κάποιο καταπιεσμένο όνειρο σε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας θα δραπετεύσει
Στην καρδιά σου μια σκέψη σαν άνθος βαθιά θα ριζώσει
Κι όπως όλη η πλάση γιορτάζει κι εσύ συμμετέχεις
Όλα φωτεινά και πρόσχαρα μοιάζουν σαν ο έρωτας σε ανταμώσει

Κι έτσι θέρος και έρως μαζί σε μεταμορφώσαν
Κι εσύ έλαμψες σαν άστρο του αυγουστιάτικου ουρανού
Μία νέα οπτική στη ζωή διαμορφώσαν
Έλα, πάρε με, μου’πες, να πάμε γι’ άλλού!
Ηλέκτρα.