Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Πόρτες



Οι πόρτες μπορούν να ενώνουν ή να χωρίζουν τους ανθρώπους
-εξαρτάται αν θα τις βρεις ανοιχτές ή κλειστές-
κι ωστόσο, από τη φύση τους, ο λόγος της δημιουργίας τους
ήταν για να οριοθετούν...


Ηλέκτρα.

Σε Λήθαργο...

'











Όλη η κούραση, όλος ο πόνος, όλα τα δάκρυα
ξεσπούσαν πάντα σε ένα “αύριο”
Καθετί δυσάρεστο, αλλά ακόμα και τα όνειρα,
μέσα από δικαιολογίες και υπεκφυγές μετατίθεντο στο μέλλον
Μα κάθε μέρα επικαλούμαι ένα νέο αύριο!
Κι έτσι σήμερα που επαναλαμβάνω το ίδιο λάθος
- αναβάλλω τη ζωή για το μέλλον-
δεν έχω ιδέα αν θα σταθώ το ίδιο τυχερή,
για να γνωρίσω ένα “αύριο” αβέβαιο, μυστήριο,
κι ωστόσο τόσο πιο οικείο
-έτσι προγραμματισμένο με τάξη στη φαντασία μου καθώς είναι-
απ' ό,τι αυτό το ξένο κι ακατάδεκτο “τώρα”.



Ηλέκτρα.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Στον Έναν

Αν ερχόσουν
και με τ' ακρoδάχτυλα
σιγοκατηφόριζες
τη ραχοκοκαλιά μου

Αν το ρίγος
τη μνήμη καταπόντιζε
πίσω στην άβυσσό της

Αν εκεί
διαλύοντας το έρεβος
Εσύ αναδυόσουν

Τότε η λήθη
από ένα μόνο άγγιγμα
θα 'χε για πάντα ντροπιαστεί
ενώπιον του ανθρώπου...


Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Το Άστρο Του Βορρά, σελίδα 49, εκδόσεις Πανδώρα- Σειρα: Ποίηση

Ρωγμές



Η Αριάδνη, λένε, έδωσε ένα μίτο
στο Θησέα, λίγο πριν
μπει εκείνος στο λαβύρινθο.
Και λένε ότι έτσι μπόρεσε
αφού σκότωσε ο ήρωας το Μινώταυρο
να γλιτώσει κι από τη δεύτερη απειλή,
των χαοτικών μαιάνδρων.
Στην έξοδο τον καρτερούσε,
ευτυχής, η Αριάδνη.

Τρεις χιλιετίες μετά,
σημειωθήκανε ρωγμές στις ψευδαισθήσεις-
Τόσο χρειάστηκαν οι ξυλοφάγοι του αναπόφευκτου
να διατρύσουν την ηρωική αντίσταση
του Θησέα στην τρέλα.

Στον ήρωα το μίτο έδωσε ο Μινώταυρος.
Κι ο τραγικός ημίθεος μες στο λαβύρινθο
σκότωσε την Αριάδνη- δυστυχή.
Στο τέλος των μαιάνδρων
την άλλη άκρη του νήματος τη βάσταγε το τέρας.

Η φρίκη έπρεπε να δραπετεύσει
με ασφάλεια απ' το νησί.
Αλλά την πρόδωσαν τα κέρατα:
Σταφτάλισαν από μακριά στον ήλιο,
κι ο ανέπαφος απ' τη δαιμονική γητειά
τα είδε, και εννόησε.

Εδώ η πραγματικότητα
και η κατορθωμένη αυταπάτη
έρχονται και συγκλίνουν:
Ήταν στ' αλήθεια η απόγνωση
που έδωσε όνομα στο Αιγαίο.





Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Το Άστρο Του Βορρά, σελίδα 28, εκδόσεις Πανδώρα- Σειρα: Ποίηση

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Χρόνος

Κι αν ο χρόνος κυλάει σαν το νερό
Αν είναι μια βρύση που λίγο-λίγο στάζει,
Τότε η ζωή είναι η γούρνα που γεμίζει
Και σαν ξεχειλίσει από στιγμές
Ο κύκλος της κάποιο πρωινό θα πάψει
Ο χρόνος όμως θα τρέχει, πάντα τρέχει
Δε θα στερεύει ποτέ, θα συνεχίζει αιώνια
Γεμίζοντας κι άλλες ψυχές
Προσθέτοντας σε αυτές τα χρόνια
Άλλοτε λύπη, άλλοτε χαρά
Άπιαστος, ασύλληπτος, ασταμάτητος
Κανένα φράγμα δεν τον περιορίζει
Άνθρωποι ζουν, πεθαίνουν, ξαναγεννιούνται
Μα ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει
Σ’ ένα αέναο ταξίδι δίχως προορισμό
Ο χρόνος έμπροσθεν βαδίζει

Τίποτα δεν κρατά για πάντα, λένε
Κι όμως κρατά!











Ηλέκτρα.

Μια μπαλάντα για τον Πόε...




Μια ζωή στην κραιπάλη που έσβησε
Ενός άνδρα που δύσκολα έζησε
Μα λυτρώθηκε από το θάνατο

Το πορτρέτο ενός βαρόνου που ξέπεσε
Η εικόνα ενός ανθρώπου που ξεθώριασε
Κι όμως, τα’ όνομά σου αθάνατο

Η δουλειά σου μια απόρροια από τον πόνο
Ένα έργο εμπνευσμένο από φόνο
Από θλίψη, από πάθος και ζάλη

Επιβίωση βασισμένη στην ποίηση
Της ζωής η τελειότερη μίμηση
Μα τις πίκρες της μόνο προβάλλει

Καταραμένος, λένε, ήσουν
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!

Κάποιοι λένε ήταν επιλογή σου
Το σκοτάδι, η θεμιτή φυλακή σου
Όπου μόνος σου αυτοεξοριζόσουν

Και το χάος, λέν’ αποζητούσες
Την οδύνη κρυφά λαχταρούσες
Κι απ’ την απελπισία στο βάθος χαιρόσουν

Μα τα βράδια σαν Πόε διαβάζω
Δε μπορώ παρά ν’ ανατριχιάζω
Και μια σκέψη περνάει τολμηρή

Την παράνοια ποιος μπορεί να ορίσει;
Αν δεν το ‘χε ο ίδιος γνωρίσει
Τα’ αντίθετό της ποιος ξέρει να πει;

Την αλήθεια πώς κάποιος να μάθει
Αν δεν έχει ενδώσει σε πάθη
Αν δε δει την ασχήμια γυμνή;

Καταραμένος, λένε, θα ‘σαι
Καταραμένη ας ήμουν κι εγώ!


Κι όσο σκέφτομαι, αυτό συμπεραίνω
Τον ποιητή πως τον καταλαβαίνω
Στο σκοτάδι του βλέπω το φως

Μέσα απ’ τ’ άμορφο νιώθω το ωραίο
Μέσα από το τυχαίο το μοιραίο
Την ουσία που κρύβει ο Θεός

Χρειάζεται τρέλα για να κατανοήσεις την τρέλα του κόσμου
Και ξάφνου όλα αποκαλύπτονται εμπρός μου
Ο ποιητής πρέπει να ‘ναι λιγάκι τρελός

Καταραμένος, λένε, είσαι
Καταραμένη είμαι κι εγώ!





Ηλέκτρα.



Απόσπασμα από τις "Τέσσερις Εποχές"


Σαν το γκρίζο φθινόπωρο ρίχνεις φύλλα τα δάκρυα
Και τη μαγεία της μελαγχολίας αντανακλάς στο βλέμμα
Θλίβεσαι για τον κόσμο και στον εαυτό σου κλείνεσαι
Και στον τοίχο μηνύματα γράφεις με αίμα

Ύστερα γίνεσαι μαύρος χειμώνας και στο απόλυτος πένθος τυλίγεσαι
Σα νιφάδες χιονιού η καρδιά σου ψυχρή και σαν πάγος σκληρή, συμπαγής
Έτσι έμαθες από τον κόσμο να αμύνεσαι
Δε θα πληγωθείς ποτέ, λες, αν αγάπη δε νιώθεις κι έτσι μένεις για πάντα ασφαλής

Μα ο ήλιος θα λιώσει τον πάγο και κάποιο καταπιεσμένο όνειρο σε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας θα δραπετεύσει
Στην καρδιά σου μια σκέψη σαν άνθος βαθιά θα ριζώσει
Κι όπως όλη η πλάση γιορτάζει κι εσύ συμμετέχεις
Όλα φωτεινά και πρόσχαρα μοιάζουν σαν ο έρωτας σε ανταμώσει

Κι έτσι θέρος και έρως μαζί σε μεταμορφώσαν
Κι εσύ έλαμψες σαν άστρο του αυγουστιάτικου ουρανού
Μία νέα οπτική στη ζωή διαμορφώσαν
Έλα, πάρε με, μου’πες, να πάμε γι’ άλλού!
Ηλέκτρα.